Στην κόψη του ξυραφιού βρίσκονται οι σχέσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν μετά την πρωτόφαντη τρομοκρατική επίθεση στην Βομβάη, στόχος της οποίας ήταν χώροι και πρόσωπα της πολιτικής και οικονομικής ελίτ. Υπεύθυνη για το πρόσφατο μακελειό είναι η τρομοκρατική οργάνωση «Λασκάρ Ε Ταϊμπά» η οποία δρα υπό την κάλυψη της φιλανθρωπικής οργάνωσης «Τζαμάντ Ουντ Νταουά», η οποία πλέον έχει κηρυχθεί παράνομη, ενώ ο ιδρυτής της Χαφίζ Σαέντ, έχει τεθεί υπό κατ’οίκον περιορισμό. Η Ινδία απαιτεί την άμεση έκδοση των τρομοκρατών, κάτι το οποίο αρνείται το Πακιστάν (αν δε του δοθούν πρώτα οι πληροφορίες της Ινδίας για την ενοχή τους), το οποίο κατηγορεί την Ινδία για παραβίαση του εναερίου χώρου του.Το κύριο πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια είναι το κρατίδιο του Κασμίρ, το οποίο διεκδικείται ολοκληρωτικά από το Πακιστάν με επιχείρημα την πλειοψηφία των Μουσουλμάνων σε αυτό. Το Κασμίρ ουσιαστικά έχει στοιχήσει τρείς πολέμους και εκατόμβες θυμάτων από μουσουλμανικές επιθέσεις στην Ινδία από το 1947 που ιδρύθηκαν τα δύο κράτη.
Το Πακιστάν στηρίζει την εξωτερική του πολιτική και το ψυχροπολεμικό κλίμα με την γείτονα σε τρεις πυλώνες στρατηγικής. Πρώτον στη μετατροπή του σε κράτος μαριονέττα των ΗΠΑ, δεύτερον, στην κατοχή πυρηνικού οπλοστασίου και τρίτον στις καλές σχέσεις με την Κίνα, η οποία μπορεί να σταθεί γεωστρατηγικό και πληθυσμιακό αντίβαρο. Οι σχέσεις πάντως με τις ΗΠΑ ψυχραίνουν όλο και περισσότερο καθώς οι τελευταίες επιχειρούν ανηλεείς βομβαρδισμούς στο νοτιοδυτικό Πακιστάν όπου πιστεύεται ότι υπάρχουν θύλακες των Ταλιμπάν, αλλά και εξαιτίας σεναρίων που θέλουν τις ΗΠΑ να προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει την περιοχή με την δημιουργία νέου κράτους προτεκτοράτου της, το Μπαλουκιστάν, ενώ μοιράζει περιοχές του Πακιστάν σε Ινδία και Αφγανιστάν.
Από την άλλη μεριά, μετά τα γεγονότα, η Ινδία επικύρωσε την ήδη προγραμματισμένη συμφωνία της με την Ρωσία. Αυτή περιλαμβάνει την κατασκευή τεσσάρων πυρηνικών εργοστασίων, καθώς και την ανάληψη εκ μέρους της Ρωσίας της εκπαίδευσης ενός Ινδού αστροναύτη και της ολοκλήρωσης ενός επανδρωμένου διαστημικού προγράμματος στην σελήνη. Η Ρωσία είναι η τρίτη χώρα μετά τις Γαλλία και ΗΠΑ που υπογράφει πυρηνική συμφωνία με την Ινδία μετά την άρση της απαγόρευσης εμπορίας πυρηνικής τεχνολογίας (μετά από 34 χρόνια) παρά το γεγονός πως η Ινδία αρνείται να υπογράψει τη Συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων (TNP). Το τελευταίο δείχνει την ευκολία με την οποία ρέπουν όλο και περισσότερο οι μεγάλες δυνάμεις στην καταπάτηση των διεθνών συνθηκών και οργανισμών καθώς και το γεγονός πως δεν διστάζουν να κάνουν επιχειρήσεις σε τομείς οι οποίοι ενδέχεται μακροπρόθεσμα να βλάψουν (μέσα από την διεθνή αποσταθεροποίηση) ακόμα και τις ίδιες.
Πιέσεις ένθεν κακείθεν
Μία εβδομάδα πριν τις αιματηρές επιθέσεις, ο πρόεδρος του Πακιστάν Aσίφ Aλί Zαρνταρί, προέβει σε ένα, απ’ότι αποδείχθηκε, απονενοημένο διάβημα, προτείνοντας στην κυβέρνηση της Ινδίας: να απαρνηθεί οικειοθελώς το Πακιστάν το δόγμα του πρώτου πυρηνικού πλήγματος κατά της Ινδίας και να προχωρήσουν Πακιστάν και Ινδία σε οικονομική ένωση κατά το πρότυπο της EE. Επίσης σαν να μην έφτανε αυτό, προσπάθησε να καταργήσει το πολιτικό σκέλος της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας ISJ, ενώ αποκάλεσε τους αντάρτες του Κασμίρ, τρομοκράτες. Από την άλλη μεριά, φαίνεται να τρίζει η καρέκλα του σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού της Ινδίας Σίκχ που θα πρέπει πλέον να αποδείξει στους πολίτες (και στους φονταμενταλιστές) πως έχει το σθένος να αποτρέψει κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Ως αποτέλεσμα έχουμε μία διελκυστίνδα με κύριους υποκινητές από κάθε πλευρά, τις ακραίες πολιτικές πεποιθήσεις απέναντι στο μοντέλο της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Γιατί μας ενδιαφέρει;
Πρώτον μας ενδιαφέρει επειδή στο εν λόγω ζήτημα έχουν χάσει τις ζωές τους χιλιάδες συνάνθρωποί μας. Δεύτερον γιατί μιλάμε για δύο χώρες πυρηνικά εξοπλισμένες. Αν όμως κοιτάξουμε πιο προσεχτικά, μας ενδιαφέρει άμεσα ως Ελλάδα της οποίας τα συμφέροντα και οι προοπτικές της εξωτερικής της πολιτικής, καθώς και τα μέσα με τα οποία θα την ασκήσει, μεταλλάσσονται πλέον σε πραγματικό χρόνο. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων, αν τελικά η υποτελής στις ΗΠΑ κυβέρνηση του Πακιστάν δώσει τη σκυτάλη σε μία αμιγώς φονταμενταλιστική, τότε η Άγκυρα θα αναδειχθεί ως ένα στρατοκρατικό καθεστώς που θα λειτουργήσει ως ασπίδα του δυτικού κόσμου (φυσικά επίσης πυρηνικά εξοπλισμένη) και περιφερειακή υπερδύναμη. Αυτό θα της δώσει την ευκαιρία να προωθήσει τα συμφέροντά της στο κυπριακό και σκοπιανό ζήτημα, όπως κα στις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Από την άλλη, σε περίπτωση επικράτησης στην Άγκυρα νέο-ωθομανικής κυβέρνησης η οποία θα προωθεί σε συνεργασία με την Συρία και το Ιράν πολιτικές που απειλούν την εθνική ασφάλεια της Ιερουσαλήμ, η τελευταία θα επιχειρήσει την τριχοτόμηση του Ιράκ και την δημιουργία κοσμικού Κουρδιστάν (άρα και διχοτόμηση της Τουρκίας) , γεγονός που θα μας φέρει σε ευνοϊκή το λιγότερο θέση, μέσα από μία στρατηγική σύμπραξη με το Ισραήλ. Η Τουρκία γνωρίζοντας αυτό το σενάριο υποκύπτει στις πιέσεις των ισραηλινών και παραχωρεί εκτάσεις της με οικονομικούς όρους στις εβραϊκές επιχειρήσεις, ουσιαστικά σαν αντάλλαγμα για τα προγράμματα συνεργασίας με το Ιράν στον τομέα της ενέργειας. Είναι γεγονός λοιπόν ότι το πολιτικό μέλλον του Πακιστάν και η έκβασή του, θα πυροδοτήσει ένα ντόμινο γεγονότων ικανών να αλλάξουν άρδην το παγκόσμιο γεωστρατηγικό παίγνιο ή και να αποσταθεροποιήσουν επικίνδυνα την περιοχή.





Οι επίδοξοι






